Banner Πανω
 
 
 

Κυρίτσης Λάζαρος.Συνταξιούχος Δικηγόρος.Ηχογραφημένο Εορταστικό μήνυμα για Χριστούγεννα 2018 & Νέο Έτος 2019.

 

Ο αιωνόβιος (99 ετών) συγχωριανός μας και αγωνιστής υπέρ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ύπαρξης κ.Λάζαρος Κυρίτσης μέσα από την Ιστοσελίδα μας στέλνει τις ευχές του σε όλους τούς συγχωριανούς του ανεξαιρέτως... από την Χαραυγή Πωγωνίου, αλλά και σε όλους τους Ηπειρώτες. Το μήνυμά του βγάζει γιά άλλη μια φορά αγωνία για το μέλλον του ανθρώπου και της άσχημης οικονομικής κατάστασης που έρχεται σαν καταιγίδα.Αξίζει να ακούσετε το μήνυμα για να καταλάβετε αυτό που σας λέω. Ακόμη είναι μεγάλη τιμή για την Ιστοσελίδα μας να φιλοξενεί ένα τόσο μεγάλο ιστορικό πρόσωπο!!! Διαβάζοντας παρακάτω το βιογραφικό του θα καταλάβετε πιός είναι ο Λάζαρος Κυρίτσης. Ο Λάζος όπως τον φωνάζουμε εμείς στο χωριό!!! Βέβαια στον Λάζο πήγαν και ζήτησαν  βοήθεια νομικού περιεχομένου και όχι μόνο πολλοί συγχωριανοί του που τον στεναχώρησαν ''ΑΡΚΕΤΑ'' στο παρελθόν... Ο Λάζος όμως δεν γύρισε ποτέ την μνήμη του στο παρελθόν και τους βοήθησε με απόλυτη επιτυχία στο πρόβλημά τους και στις περισσότερες περιπτώσεις ''ΑΦΙΛΟΚΕΡΔΩΣ''

 

Υ.Γ. Οι φωτό που τρέχουν μέσα στο βίντεο είναι μια προσφορά του κ.Λάζαρου Κυρίτση.

 

Δείτε και Ακούστε το Εορταστικό Μήνυμα.

 

 

Βιογραφικό κ.Λάζαρου Κυρίτση

 

Ο Λάζαρος Κυρίτσης, του Σπύρου και της Αγλαϊας, γεννήθηκε στη Χαραυγή Ιωαννίνων το 1920. Παρακολούθησε το σχολείο στο χωριό του, στην Πωγωνιανή, στην Αθήνα και στην Παραμυθία και εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, διέκοψε τις σπουδές του και κατατάχτηκε εθελοντικά στον ΕΛΑΣ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό). Πήρε το πτυχίο του το 1952 και το 1953 έδωσε εξετάσεις στον Άρειο Πάγο, από όπου έλαβε τη δικηγορική άδεια. Από το 1954 άρχισε να εξασκεί το επάγγελμά του, ενώ το 1956 άνοιξε δικό του γραφείο επί της οδού Χαριλάου Τρικούπη στην Αθήνα, το οποίο και διατήρησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Κατά την περίοδο της Χούντας συνελήφθη και καταδικάστηκε για την αντιδικτατορική δράση του και εξέτισε ποινή φυλάκισης, έξι ετών. Έχει λάβει τον τιμητικό τίτλο, του επίτιμου δικηγόρου, από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και έχει θέσει, τρεις φορές υποψηφιότητα για βουλευτής, με την ΕΔΑ στις βουλευτικές εκλογές του 1963 και 1964 στη περιοχή Ιωαννίνων και με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΚΚΕ), το 1975 στη περιφέρεια Ιωαννίνων και το 1981 στην Β Αθηνών. Παντρεύτηκε το 1959 με την Υπατία Μαυρώνη και απέκτησε δυο κόρες, την Αγλαϊα και την Λεμονιά.

 Ο παππούς του, ο Δημήτριος Κυρίτσης, γεννήθηκε στο Κόσοβο. Σε νεαρή ηλικία μετοίκησε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάζονταν ως υπάλληλος, σε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα τροφίμων, που ανήκε από κοινού σε δύο Έλληνες. Ο ένας από τους εργοδότες του, ήταν άτεκνος και γρήγορα αγάπησε το νεαρό Δημήτρη, που ξεχώριζε ανάμεσα στους υπαλλήλους του, με την εργατικότητα και τον ευγενικό χαρακτήρα του. Έτσι, του ζήτησε να τον υιοθετήσει, ενώ ο συνέταιρός του, που καταγόταν από τη Βόρειο Ήπειρο, προσφέρθηκε να του δώσει την αδελφή του, για γυναίκα.

 Ο Δημήτριος απάντησε θετικά και στις δυο προτάσεις και έτσι, αφενός απέκτησε χριστιανικό όνομα και ελληνική υπηκοότητα, αφετέρου παντρεύτηκε την Παρασκευούλα Κιτσάκη και εγκαταστάθηκε μαζί της στο χωριό Χαραυγή (που τότε λεγόταν Βάλτιστα) του δήμου Δελβινακίου Ιωαννίνων, όπου ο θετός του πατέρας διέθετε σημαντική περιουσία. Άρχισε λοιπόν να καλλιεργεί τα κτήματα του πατέρα του, ενώ σύντομα με την Παρασκευούλα, απέκτησαν τρία παιδιά, την Ευθυμία, το Σάββα και τον Σπύρο. Ο Δημήτριος, ήταν ένας άνθρωπος πολύ χαμηλών τόνων, ήσυχος, πράος και ευγενικός, που αγαπούσε βαθιά τα παιδιά του και ήταν εξαιρετικός οικογενειάρχης. Πέθανε σε ηλικία περίπου εξήντα πέντε ετών.

 Η γιαγιά του βιογραφούμενου, η Παρασκευούλα Κιτσάκη, γεννήθηκε στο Σελιό Αργυρόκαστρου στη Βόρεια Ήπειρο και είχε μόνο έναν αδελφό, το Στέφανο. Ήταν μια γυναίκα, με έντονη προσωπικότητα, αυστηρή και σεβαστή στον κοινωνικό της περίγυρο, αλλά και πολύ κοινωνική. Ήταν καλή ακροάτρια και ήξερε να δίνει σωστές συμβουλές, γι’ αυτό και όλοι οι συγχωριανοί της, κατέφευγαν σε εκείνη, για να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Πέθανε στα ογδόντα της περίπου χρόνια.

 Ο πατέρας του βιογραφούμενου, ο Σπύρος Κυρίτσης, γεννήθηκε το 1890 στα Ιωάννινα, στο χωριό Χαραυγή. Τελείωσε το σχολαρχείο στο χωριό του και σε ηλικία δώδεκα μόλις ετών, έφυγε με ένα από τα καραβάνια, που μετέφεραν κόσμο στην Κωνσταντινούπολη, για να εργαστεί. Εκεί άρχισε να δουλεύει σε διάφορες επισιτιστικές εργασίες, κυρίως όμως σε ένα εστιατόριο, που διατηρούσε ο αδελφός της μητέρας του, Στέφανος Κιτσάκης, καθώς και ο μεγάλος αδελφός του, Σάββας. Έμεινε σε αυτό το εστιατόριο, για πολλά χρόνια, πάνω από τριάντα, ενώ στην πορεία εξελίχθηκε από απλός υπάλληλος, σε συνέταιρο του Στέφανου.

 Όταν αποφάσισε να κάνει οικογένεια, παντρεύτηκε την Αγλαϊα Παππά, μια κοπέλα από τον τόπο του και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά, το Λάζαρο (τον βιογραφούμενο), τον Παντελή και την Αλεξάνδρα. Η Αγλαϊα και τα παιδιά παρέμειναν στη Χαραυγή, ενώ ο ίδιος, αναγκασμένος από την εργασία του να μένει στην Κωνσταντινούπολη, πηγαινοερχόταν εναλλάξ με τον αδελφό του, Σάββα, στα Γιάννενα, χρόνο παρά χρόνο ,για να βλέπει την οικογένειά του και να περνάει, λίγο καιρό με τα παιδιά του.

 Το 1931, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα και μαζί με το γιο του, Λάζαρο, που πήγαινε τότε στο γυμνάσιο, ήρθε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στη περιοχή Χαροκόπου της Καλλιθέας, όπου μαζί με ένα συνέταιρο, άνοιξε παντοπωλείο κοντά στη Χαροκόπειο Σχολή. Διατήρησε αυτή τη δουλειά για δυο χρόνια και στη συνέχεια, μην αντέχοντας πια μακριά από την υπόλοιπη οικογένειά του και τον τόπο του, επέστρεψε στο χωριό, όπου και έκτοτε ασχολήθηκε με την καλλιέργεια των κτημάτων του.

 Ήταν ένας άντρας εξαιρετικά δραστήριος και ικανός, πολύ κοινωνικός, δοτικός και φιλόξενος. Του άρεσαν οι συζητήσεις, επί παντός επιστητού και το σπίτι του, ήταν πάντοτε ανοιχτό για όλους. Σε αυτό, μπορούσε, όποιος είχε ανάγκη, να βρει ανά πάσα στιγμή στέγη, τροφή και φιλοξενία, γι’ αυτό και όλοι οι συντοπίτες του, τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν βαθύτατα. Απολάμβανε ακόμα το διάβασμα, ιδιαίτερα των θεολογικών βιβλίων, ήταν μάλιστα το μοναδικό άτομο στο χωριό, που διατηρούσε βιβλιοθήκη στο σπίτι του. Ήταν πολύ θρήσκος και κυκλοφορούσε παντού έχοντας τη Βίβλο στην τσέπη του. Προτιμούσε να βλέπει τη ζωή και να αντιμετωπίζει τα προβλήματά του, υπό το πρίσμα της θρησκείας και ενδιαφερόταν για τα θεολογικά ζητήματα, ενώ διετέλεσε και επίτροπος στην εκκλησία του χωριού του, επί σειρά ετών. Στις σχέσεις του με τα παιδιά του, ήταν μεν αρκετά δημοκρατικός, προσπαθούσε όμως να κατευθύνει στο δρόμο τους, εμφυσώντας τους, ηθικές αξίες και σωστές αρχές. Πέθανε το 1968 σε ηλικία εβδομήντα οχτώ ετών.

 Η μητέρα του βιογραφούμενου, η Αγλαϊα Παππά, γεννήθηκε το 1903, στη Χαραυγή Ιωαννίνων. Ο πατέρας της λεγόταν Ευάγγελος Παππάς και η μητέρα της Ελένη Κώτσου, ενώ είχε ακόμα δυο αδέλφια, τον Ηλία και το Χρήστο, που μεγαλώνοντας έγινε παπάς. Ο πατέρας της, ο Ευάγγελος, είχε από μικρή ηλικία ξενιτευτεί στην Κωνσταντινούπολη, για να εργαστεί. Στην Πόλη, είχε ιδρυθεί ‘’Αδελφότητα Βαλτίστης’’, της οποίας μέλη, ήταν ξενιτεμένοι κάτοικοι του χωριού, που με τα χρήματά τους, ενίσχυαν τον τόπο τους, ώστε να αποκτήσει δρόμους, σχολεία, εκκλησίες και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Ένα από τα πιο δραστήρια μέλη του συλλόγου ήταν και ο Σπύρος, ο μελλοντικός σύζυγος της Αγλαϊας, τον οποίο η νεαρή κοπέλα ,γνώρισε, όταν ο πατέρας της, την πήρε μαζί του, σε κάποιο από τα ταξίδια του, στην Πόλη.

 Η μητέρα του βιογραφούμενου, η Αγλαία, ήταν άτομο με έντονη προσωπικότητα και η γνώμη της, είχε μεγάλη βαρύτητα ανάμεσα στους χωρικούς, που τη σέβονταν και την αγαπούσαν, γιατί ήταν η μαία του χωριού. Ήταν εργατική και σκληροτράχηλη και, εκτός από τη δουλειά της, της μαίας, δούλευε και πολλές ώρες ακούραστα στα χωράφια, σαν αγρότισσα. Παντρεύτηκε πολύ νέα και στα δεκαεφτά της χρόνια, είχε ήδη αποκτήσει το πρώτο της παιδί, το Λάζαρο Κυρίτση. Δυστυχώς, πέθανε και πολύ νέα, στα τριάντα οχτώ της μόλις χρόνια, το 1941.

 Με τέτοιες, λοιπόν, καταβολές ο Λάζαρος Κυρίτσης, γεννήθηκε στη Χαραυγή Ιωαννίνων, το 1920. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο στο χωριό του και πήγε πρώτη γυμνασίου στην Πωγωνιανή της επαρχίας Πωγωνίου. Στη συνέχεια ήρθε στην Αθήνα μαζί με τον πατέρα του και φοίτησε στο μικτό γυμνάσιο Καλλιθέας μέχρι και την τετάρτη γυμνασίου. Μετά επέστρεψε στην Πωγωνιανή, όπου τελείωσε την πέμπτη γυμνασίου, ενώ τελικά, αποφοίτησε από το γυμνάσιο Παραμυθίας, στη Θεσπρωτία, το οποίο διέθετε και οικοτροφείο, με μηνιαία έξοδα 325 δραχμές.

Ο μικρότερος αδελφός του, Παντελής, εργαζόταν τότε, ως βοηθός σερβιτόρου, στην οδό Σίνα, στη Λέσχη Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος και έπαιρνε τότε 400 δραχμές το μήνα. Η συμβολή του αδελφού του, ήταν καθοριστική για τη μετέπειτα μορφωτική πορεία του Λάζαρου Κυρίτση, αφού του κάλυπτε τα έξοδα του οικοτροφείου από το μηνιαίο μισθό του. Κάθε πρώτη λοιπόν του μήνα ο Παντελής Κυρίτσης, του έστελνε 325 δραχμές για τις σπουδές και κράταγε κι εκείνος τις 75 δρχ., αφού όπως συχνά έλεγε: «εμένα δε μου χρειάζονται περισσότερα. Μου φτάνουν αυτά για τις καθημερινές μου ανάγκες».

Στη Παραμυθιά , τα γεγονότα που συνέβησαν τα Χριστούγεννα του 1937 φαίνεται πως καθόρισαν ,τη προσωπικότητα την αγωνιστικότητα το ήθος και την ανθρωπιά, του Λάζαρου Κυρίτση. Εκείνη την εποχή, ο τύφος θέριζε. Αρκετοί μαθητές προσβλήθηκαν και δεν ήταν λίγοι αυτοί που έχασαν τη μάχη για τη ζωή. Προσβλήθηκε και ο Λάζαρος Κυρίτσης, αλλά σώθηκε , χάρις την αγάπη και την αλληλεγγύη των συμμαθητών και των καθηγητών. Καταλυτική ήταν η συνεισφορά των καθηγητών των μαθηματικών, Σωτ. Τζιμόπουλου, Γαζή της Θεολογίας και του γυμνασιάρχη Σιωμόπουλου, που συγκρότησαν, την «ομάδα διάσωσης» του Λάζαρου.

Η ομάδα, καθημερινά ανέβαινε στο βουνό, διανύοντας χιλιόμετρα, μεταφέροντας χιόνι, απαραίτητο, για το θανατηφόρο πυρετό του τύφου. Ύστερα από προτροπή μάλιστα, του καθηγητή Τζιμόπουλου, οι 18 συμμαθητές του Λάζαρου Κυρίτση, κάθονταν με βάρδιες, από τις 6 το πρωί ως τις 12 τα μεσάνυχτα, κάθε μέρα και άλλαζαν τις κομπρέσες χιονιού, για να κρατήσουν χαμηλά το πυρετό. Η βραδινή, εξάωρη βάρδια, ανήκε αποκλειστικά στο καθηγητή των μαθηματικών Τζιμόπουλο , γιατί «έπρεπε να σωθεί ο Λάζαρος» όπως έλεγε. Ο ίδιος ο καθηγητής, είχε αναλάβει να φέρνει καθημερινά και το γιατρό Βασιλάκη, για την ένεση αδρεναλίνης, που ήταν απαραίτητη. Έτσι ο Λάζαρος σώθηκε και τελείωσε την 6η Γυμνασίου, ύστερα από δυόμιση μήνες, βαριάς νοσηλείας . 

Επέστρεψε στην Αθήνα για Ανώτατες σπουδές. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην πρωτεύουσα, εργάστηκε για κάποιο διάστημα, αμισθί ,σε ένα γαλακτοπωλείο, κάτω από άθλιες συνθήκες, ξυπόλητος, ρακένδυτος και καταπονημένος.

 Μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, παίρνοντας για το πρώτο έτος, υποτροφία, εφτά χιλιάδων δραχμών, από κληροδότημα συγγενούς της μητέρας του, η οποία άφησε διαθήκη, που συντάχθηκε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Αξίζει να σημειωθεί, όπως αναφέρεται και στη διαθήκη, ότι η ίδια δεν υπέγραψε, «δηλώσασα άγνοια γραμμάτων» . Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, διέκοψε τις σπουδές του και κατατάχτηκε εθελοντικά στον ΕΛΑΣ, (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό), όπου πολέμησε γενναία στο αντάρτικο για την απελευθέρωση του τόπου. Με το τέλος του πολέμου και την παράδοση του οπλισμού, το 1945, όλοι οι αντάρτες, στάλθηκαν εξορία στη Μακρόνησο, όπου βέβαια πήγε και ο ίδιος, με τη κατηγορία της «αντίστασης κατά των στρατευμάτων κατοχής», Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων συμμάχων τους. Ή γιατί όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος για τους Μακρονησιώτες εξόριστους, «γιατί αγαπούσαν πολύ, τη λευτεριά την ειρήνη και τη πατρίδα». Έχοντας ήδη καταταχτεί στρατιώτης, υπηρέτησε εκεί, τη στρατιωτική του θητεία, κάτω από φριχτές συνθήκες.

 Αφού απολύθηκε από το στρατό, συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική και πήρε το πτυχίο του, το 1952, ενώ αμέσως μετά, έκανε και την πρακτική του, ως ασκούμενος δικηγόρος. Το 1953 έδωσε εξετάσεις στον Άρειο Πάγο, από όπου πήρε τη δικηγορική άδεια, εργαζόμενος όλα αυτά τα χρόνια, ως σερβιτόρος ,για να μην επιβαρύνει με τα έξοδά του, τους δικούς του. Από το 1954, άρχισε να εξασκεί το επάγγελμά του, ενώ το 1956, άνοιξε δικό του γραφείο επί της οδού Χαριλάου Τρικούπη στην Αθήνα, το οποίο και διατήρησε μέχρι τέλους.

 Κατά την περίοδο της Χούντας, συνελήφθη και καταδικάστηκε για τη αντιδικτατορική του δράση, και εξέτισε, ποινή φυλάκισης, έξι ετών -ενώ καταδικάστηκε σε δεκαοχτώ χρόνια- αλλά του αφαιρέθηκε και η επαγγελματική του ιδιότητα, την άδεια του δικηγόρου. Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και την αποφυλάκισή του, η επαγγελματική του άδειά, του δόθηκε και πάλι, ενώ του αναγνωρίστηκε και ο χρόνος που πέρασε στη φυλακή, ως χρόνος ενεργούς υπηρεσίας. Συνταξιοδοτήθηκε, ύστερα από πενήντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια εργασίας, λαμβάνοντας από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, τον τιμητικό τίτλο του επίτιμου δικηγόρου.

 Το 1959, παντρεύτηκε την Υπατία Μαυρώνη από τη Χίο, που ήταν υπάλληλος του Ταμείου Ασφάλισης Εμποροϋπαλλήλων και μαζί της, απέκτησε δυο κόρες, την Αγλαΐα,, που γεννήθηκε το 1963 και την Λεμονιά, που γεννήθηκε το 1967. Και οι δυο τους, σπούδασαν στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκαν στο Aix en Provence της Γαλλίας, ενώ η Λεμονιά, σπούδασε και ισπανικά στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα, αλλά και σκηνοθεσία στην ιδιωτική σχολή του ΑΝΤ1. η πρώτη εργάσθηκε ως δημοσιογράφος αρχισυντάκτρια και παρουσιάστρια δελτίων ειδήσεων της ΕΡΤ, μετέπειτα βουλευτής και νύν Περιφερειακός Σύμβουλος, ενώ η δεύτερη, ως καθηγήτρια, στο εκπαιδευτήριο «Δούκας».

 Τον ελεύθερο χρόνο του, ο Λάζαρος Κυρίτσης τον αφιερώνει, κυρίως στα πέντε εγγόνια του, που τα υπεραγαπά, αλλά και σε συγγραφικές εργασίες και στο διάβασμα. Δε σταματάει ποτέ να μορφώνεται και να μαθαίνει νέα πράγματα και μάλιστα πρόσφατα, παρακολούθησε, ένα τμήμα χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, στην ιδιωτική σχολή «ΚΟΡΕΛΚΟ» και πήρε σχετική βεβαίωση γι’ αυτό. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το αφιέρωσε στους αγώνες του λαού για μια καλύτερη ποιότητα ζωής, ενώ πήρε ενεργά μέρος, στη πολιτική, θέτοντας, τρεις φορές υποψηφιότητα για βουλευτής, με την ΕΔΑ στις βουλευτικές εκλογές του 1963 και 1964 στη περιοχή Ιωαννίνων και με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΚΚΕ), το 1975 στη περιφέρεια Ιωαννίνων και το 1981 στην Β’ Αθηνών. Ενεργή ήταν και η συμμετοχή του στα κοινά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Εκλεγόταν επί τριάντα οκτώ συνεχή χρόνια από το 1964, πρώτος σε ψήφους δημοτικός σύμβουλος, ενώ το 1991 διετέλεσε και ως αντιδήμαρχος Ζωγράφου και δημαρχεύων το 1978. Σήμερα, στα 99 του χρόνια συνεχίζει ενεργά τη δράση του, ως πρόεδρος του παραρτήματος της Εθνικής Αντίστασης Ζωγράφου και ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, της Πανελλήνιας Ένωσης Κρατουμένων αγωνιστών Μακρονήσου.

 


Διαχειριστής Ιστοσελίδας


Καψάλης Χάρης

Facebook

Τηλ.Καταγγελιών:
Κιν.6973034101
email: kapsalisharis@yahoo.gr